Τα έθιμα

katas

(Η καταγραφή έχει γίνει από τον Άγγελο Νικολαΐδη)

Το Κουρμπάνι των Θεοφανίων, στις 6 Ιανουαρίου.

Ανήμερα τα φώτα, γίνεται ακόμα και σήμερα, αδιάλειπτα το κουρμπάνι. Αυτή τη μέρα υπάρχει ο τυχερός της χρονιάς, στον οποίο τυχαίνει ο σταυρός. Ο κάθε τυχερός και η οικογένεια του προετοιμάζουν το κουρμπάνι της επόμενης χρονιάς. Το κουρμπάνι είναι συνήθως τεμαχισμένο βραστό αρνί, και κουλικάκια. Τα κουλικάκια μοιράζονται στον κόσμο μετά τον Αγιασμό. Σε ένα απ’ τα κουλίκια υπάρχει ο σταυρός. Ο τυχερός, θα φέρει το σταυρό έως την επόμενη χρονιά που θα πρέπει ο ίδιος να ετοιμάσει εκ νέου το κουρμπάνι. Στην Παλαιά Οινόη, τη μέρα εκείνη έριχναν το Σταυρό στο ποτάμι, σε ένα απ τα παρακλάδια του Έβρου. Σήμερα γίνεται απλά μια τελετή σε κολυμπήθρα στον Ιερό Ναό.

Το έθιμο “Μπάμπου Γκιουνιού”, στις 8 Ιανουαρίου.

Την ημέρα αυτή, ανήμερα της εορτής της Οσίας Δομνίκης τιμούμε τη «Μέρα της Μαμής», σε ένα έθιμο που έχει βαθιές ρίζες και τιμά τη γυναίκα και τη γονιμότητα. Αυτή τη μέρα, όλες οι γυναίκες που έχουν τεκνοποιήσει, επισκέπτονται την γυναίκα-μαμή που τις βοήθησε να φέρουν στον κόσμο τα παιδιά τους. Της δωρίζουν πετσέτα και σαπούνι . Πολλές έδιναν και από καμιά δραχμή. Με τα φαγητά και τα γλυκά που φέρνουν σαν επιπλέον δωρισμό, στήνουν γλέντι. Αφού πλύνουν τα χεριά της μαμής και δεχθούν τις ευχές της, πιάνουν χορό και χορεύουν. Οι άντρες δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Όσοι τολμούν να εισχωρήσουν στη σεμνή τελετή, βρέχονται στο καταχείμωνο ή τους γελοιοποιούν κρεμώντας τους “τσιούσκες” (κόκκινες καυτερές πιπεριές)! Οι οργανοπαίχτες είναι οι μόνοι που βρίσκονται στον χώρο και αυτοί , κατά τη διάρκεια του πλυσίματος έχουν τα μάτια δεμένα. Τη δεκαετία του ’80, η μορφή του εθίμου άλλαξε και πήρε την ονομασία “γυναικοκρατεία”, κάτι που ακόμα εφαρμόζεται προς χάριν παιγνίων και αστειότητας έναντι στους άντρες.

Το έθιμο “Μπέης” την Κυριακή της Απόκρεω.

Το έθιμο έχει σταματήσει να γίνεται στην Οινόη εδώ και πολλά χρόνια. Οι παλιοί, το θυμούνται και με ιδιαίτερη χαρά μας το περιγράφουν. Είναι ένας αποκριάτικος θίασος, μόνο με άντρες, που διακωμωδεί τον Τούρκο “μουχτάρ” και τιμά τη μητέρα γη. Αποτελείται από τον “Μπέη” και τη συνοδεία του (τα αράπια), την ελληνοπούλα νύφη (κάντιντζικ*) και το “ζευγάρι βόδια”, που αποτελείται από δυο ταλαίπωρους, που ζεύονται το κάρο που επάνω κάθετε ο “Μπέης. Ο Θίασος με τη συνοδεία μουσικών, αφού γυρίσει μέσα στο χωριό, αφού δεχθεί τα δώρα των κατοίκων ( πετσέτες, σιτάρι ή καλαμπόκι) και αφού κατεβάσει τόνους κρασί , καταλήγει στην πλατεία. Εκεί ο “Μπέης” κλέβει γη. Μετρά με ανοιχτούς δρασκελισμούς ένα κομμάτι γης και το κάνει δικό του. Το “Ζευγάρι” ζεύεται το αλέτρι με το υνί και ο ¨Μπέης ” ξεκινά το όργωμα. Έπειτα αρχίζει τη σπορά. Τότε οι θεατές (θα τους αναφέρουμε ως ανθρώπους που έχουν περιέργεια να δουν-περίεργους δηλαδή), επιχειρούν να κλέψουν την ελληνοπούλα. Χτυπούν και ρίχνουν το τενεκέ με τη σπορά του Μπέη και τρέχουν μέσα στο χωριό. Οπίσω τους και οι φρουροί (αράπια). Ο Μπέης κλαίει, ζητά συγχώρεση  και καλεί τους απαγωγείς να την επιστρέψουν πίσω, με την υπόσχεση ότι δεν θα τους πειράξει. Αντ’ αυτού θα τους δωρίζει κομμάτια απ τα δικά του δώρα και παραγγέλνει στα όργανα, χορό!

Χαρακτηριστικό της αμφίεσης του “Μπέη” στην Οινόη, είναι το καλάθι που φορά στο κεφάλι, στολισμένο με πούπουλα, και η “πάνα” που κρατά, το ξύλο δηλαδή με το πανί που καθαρίζουν τον φούρνο και που με αυτό λερώνει τους “περίεργους”.

Τα αράπια, μαυρισμένα με κάρβουνο, ντυμένα με παλιά ρούχα και με ζεμένα γύρω από τη μέση τους κουδούνια, εκτός από την προστασία του “Μπέη”, κάνουν προσαγωγές “περιέργων”, τους κρατούν σηκωμένους, τους δένουν το ένα πόδι με αλυσίδα και ο “Μπέης” χτυπώντας τους στην πατούσα με το “τοπούζ”, ορίζει ένα πρόστιμο το οποίο οφείλουν να καταβάλουν για να αποδεσμευτούν.

Το “Κάντιντζικ”* είναι ένας άντρας που ντυνόταν νύφη, κρατούσε μια κούκλα παριστάνοντας το μωρό, και έκανε ζωηράδες και παιχνιδίσματα. Οι “περίεργοι” πήγαιναν πολλές φορές να κλέψουν την Ελληνοπούλα, και γι’αυτό και συλλαμβάνονταν με τα προαναφερθέντα επακόλουθα.

* Να σημειωθεί πως κατά την καταγραφή, πολλοί ήταν αυτοί που τοποθέτησαν το “κάντιντζικ” στη διάρκεια του εθίμου της καμήλας, που πραγματοποιείται το δωδεκαήμερο.

Το έθιμο “Πριστέβα” ή Συγχώριο την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.

Το μεσημέρι της Κυριακής της Τυρινής, ο πρεσβύτερος κάθε οικογένειας, ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους απογόνους του. Ετοιμάζει μεγάλο και πλούσιο τραπέζι. Είναι η μέρα που όλα τα μέλη της οικογένειας θα ζητήσουν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο, για κάτι είπαν, ή έκαναν στην χρονιά που πέρασε. Θα καταλήξουν όλοι εκεί μαζεμένοι, αφού περάσουν πρώτα από σπίτια φίλων και γνωστών και πράξουν το αντίστοιχο. Θέλουν να ξεκινήσουν τη νηστεία της Σαρακοστής καθαροί και χωρίς τύψεις ή ενοχές. Στο σπίτι μαζεμένοι τρώνε, πίνουν και τραγουδούν. Τα παιδιά δε, γονατισμένα και με τα χέρια μαζεμένα πίσω, καλούνται να αρπάξουν με το στόμα το χαλβαδάκι που ο παππούς έχει δέσει με σπάγκο και το περιφέρει πάνω απ τα κεφάλια τους. Βασικό τρόφιμο στο τραπέζι είναι και το βραστό αυγό. Αυτό είναι το τελευταίο αρτυμένο που τρώνε πριν τη νηστεία, και με το κόκκινο αυγό της Ανάστασης την παύουν.Σήμερα το έθιμο τηρείται κανονικά! 

Οι Φωτιές του Μάρτη

Την πρώτη μέρα του Μάρτη, σε κάθε αυλή ο κάθε νοικοκύρης το πρωί άναβε μια φωτιά. “………….” έλεγαν τα παιδιά καθώς πηδούσαν τη φωτιά. Το έθιμο, όπως και αυτό της “μαρτλιθκης” κλωστής (κόκκινη-άσπρη στριφογυριστή κλωστή δεμένη στον καρπό του χεριού) συμβόλιζαν……

Το έθιμο “Κιρκ τσιμπούκ” στις 9 Μαρτίου. (Σαράντα κλαδάκια-τσακνάκια)

Ανήμερα της εορτής των Σαράντα Μαρτύρων, οι νοικοκυρές έψηναν τις παραδοσιακές κρέπες (ακουτμάδες) με στόχο να πετύχουν επάνω τους 40 τρύπες. Άναβαν φωτιά, έβαζαν την πυρωστιά και το σάτσι και έψηναν τις κρέπες. Η φωτιά είναι ως ανάμνηση της πυράς που μαρτύρησαν οι Άγιοι Σαράντα. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα η επιλογή του ονόματος του εθίμου, που είναι “σαράντα τσακνάκια”. Στο Μπογιαλίκι της Β.Θράκης, που υπάρχει καταγεγραμμένο σχετικό τραγούδι, ίσως μπορεί κάποιος να βρει τη συγγένεια του εθίμου.Το έθιμο συνεχίζει να διατηρείται.

Οι Λαζαρίνες το Σάββατο του Λαζάρου.

Το έθιμο αυτό έχει ξεχαστεί, και δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Αφορά στους καλαντισμούς του Πάσχα, που ψάλλονταν το Σάββατο του Λαζάρου. Σε αντίθεση με τα κάλαντα του δωδεκαημέρου που έβγαιναν “τσέτες”, παρέες, μόνο από παλληκάρια, σε αυτά τα κάλαντα έβγαιναν μόνο οι κοπέλες, Για το λόγο αυτό ονομαζόταν και Λαζαρίνες.

Η Κόκκινη Πέμπτη και η Μεγάλη Παρασκευή.

Άρωμα “κακκουλέ και μαχαλεμπί” μυρίζουν όλες οι γειτονιές στην Οινόη την Μ.Πέμπτη. Όλες οι νοικοκυρές πιάνουν ζυμάρι για τσουρέκι και καβουρδίζουν τα “μπαντέμια”, αμύγδαλα δηλαδή, για το στολισμό τους. Σε όλα τα σπίτια, που εξωτερικά φέρουν κρεμασμένο κόκκινο πανί, οι προετοιμασίες του Πάσχα και το βάψιμο των αυγών, με κρεμμυδόφυλλα, καρυδόφλουδα και ριζάρι, δίνουν και παίρνουν. Το απόγευμα όλες οι γυναίκες, στολίζουν παραδοσιακά τον επιτάφιο. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής νέες και γριές είναι ντυμένες στα μαύρα μέχρι και το βράδυ του επιταφίου. Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, όπως και στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, οι πρόγονοί μας, ενώ δεν μιλούσαν Ελληνικά, το Θρήνο του επιταφίου πάντα τον έψελναν μόνο στα Ελληνικά!

Η Κυριακή του Πάσχα.

Στις 11π.μ ανήμερα του Πάσχα χτυπούν οι καμπάνες για την δεύτερη Ανάσταση. Αφού γίνει η λειτουργία γίνεται μεγάλη περιφορά της “Αναστάσεως” μέσα στο χωριό. Από παντού ακούγονται πυροβολισμοί, που σημαίνουν το Χριστός Ανέστη. Φυσικά σε πολλές αυλές υπάρχει το αρνί στη σούβλα, που από πολύ νωρίς σηκώθηκαν οι άντρες για να ετοιμάσουν.

Οι κούνιες του Αη Γιώργη και το Έθιμο του Κλήδονα*.

Συνήθως δεύτερη μέρα του Πάσχα, είναι η εορτή του Αγ. Γεωργίου. Έθιμο που τείνει να χαθεί είναι οι κούνιες. Λίγες είναι πλέον οι παρέες που γιορτάζουν στις εξοχές. Εκεί συνήθιζαν να φτιάχνουν κούνιες. Διάλεγαν ένα ψηλό και γερό δέντρο, και με σκοινί και κουρελού έκαναν την κούνια για τα παιδιά. Τότε στα παλιά χρόνια τα παιδιά ήταν πολλά και για να μην αδικηθεί κανένα, τραγουδούσαν το τραγούδι “Ουτσιούρτ Γιώργη” , που η διάρκειά του, λειτουργούσε σαν χρονόμετρο. Μόλις ανέβαινε ένα παιδί, ξεκινούσαν να τραγουδούν. Όταν τελείωνε το τραγούδι, άλλαζε το παιδί και άρχιζε το τραγούδι απ την αρχή.

Έθιμο που χάθηκε , όμως , είναι αυτό του κλήδονα (Νιέτ). Οι νέες, ελεύθερες συνήθως, το βράδυ της παραμονής του Αγ.Γεωργίου*, έπαιρναν νερό από τη βρύση και γέμιζαν ένα τσουκάλι. Από την ώρα που έπαιρναν το νερό απ’ τη βρύση και μέχρι να φέξει η γιορτή του Αγίου δεν μιλούσαν σε κανέναν. Στο τσουκάλι μέσα έβαζαν κάποιο χρυσαφικό τους . Το τσουκάλι, που ήταν ένα σε κάθε μαχαλά, με τα χρυσαφικά των δεσποινίδων της γειτονιάς, σκεπαζόταν με κόκκινο πανί (κλειδωνόταν) και τοποθετούνταν κάτω από μία τριανταφυλλιά. Το απόγευμα της γιορτής μαζεύονταν γύρω απ το τσουκάλι. Ένα παιδί, αγόρι συνήθως καλούνταν να βγάλει ένα – ένα τα χρυσαφικά. Πριν όμως από αυτό, τραγουδούσαν στιχάκια , χαράς ή λύπης, προαναγγέλωντας την τύχη στην κοπέλα με το επόμενο χρυσαφικό….

*Το έθιμο του Κλήδονα, οι μεγαλύτερες σε ηλικία, κατηγορηματικά, το τοποθετούσαν ανήμερα του Αη Γιώργη και το αναφέρουν ως συνέχεια του εθίμου με τις κούνιες που έκαναν το πρωί στις εξοχές. 

Το δρώμενο της “Ντόντολα”, κατά την καλοκαιρινή περίοδο.

Και αυτό το έθιμο χάθηκε νωρίς. Είναι το έθιμο για την αναβροχιά, γνωστό στον κόσμο ως “Πιρπιρούνα” . Όταν έκανε πολύ καιρό να βρέξει, το συμβούλιο του χωριού αποφάσιζε την τέλεση μιας δέησης. Επέλεγαν ένα μικρό, ορφανό κορίτσι,το έντυναν στα λευκά και το στόλιζαν με πρασινάδα. Έπειτα οι στενοί συγγενείς ( γυναίκες) περιέφεραν το κορίτσι μέσα στο χωριό. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, τραγουδούσαν το τραγούδι της “Ντόντολας” και οι σπιτονοικοκύρηδες δώριζαν κάτι στη μικρή, ενώ την έβρεχαν και με νερό. Έπειτα ακολουθούσαν την πομπή. Όταν τελείωνε η περιφορά του κοριτσιού στο χωριό, με τους κατοίκους να το ακολουθούν,το οδηγούσαν  στο ποτάμι όπου τελικά το έριχναν μέσα, φυσικά με σχετική ασφάλεια, προσδοκώντας πως ο θεός θα το λυπηθεί και θα τους στείλει τη βροχή.

Η εορτή “Του Σταυρού”, στις 6 Αυγούστου

Την ημέρα εκείνη ευλογούσαν τα σταφύλια. Ήταν πολύ σημαντική ημέρα αυτή για τους προγόνους μας διότι όλοι σχεδόν είχαν να κάνουν με την αμπελουργία. Κρασοχώρι η ονομασία του χωριού και τα σταφύλια είχαν την τιμητική τους. Πριν την ημερομηνία αυτή δεν έτρωγε κανείς σταφύλι.

Η εορτή του Αγίου Φανουρίου, στις 27 Αυγούστου

Τα τελευταία χρόνια γιορτάζεται με μεγαλοπρέπεια η εορτή του Αγ. Φανουρίου. Οι γυναίκες όλης της περιοχής, επισκέπτονται το παρεκκλήσι του Αγίου από την παραμονή , έχοντας φτιάξει η κάθε μία από μία “Φανουρόπιτα”. Το Παρεκκλήσι αυτό έχει τη δική του ιστορία. Αρχικά στο χώρο που βρίσκεται, υπήρχε κατοικία. Ο ιδιοκτήτης όμως συχνά έβλεπε την παρουσία του Αγ. Δημητρίου, ο οποίος τον παρότρυνε να εγκαταλείψει τον χώρο εκεί γιατί τον εμποδίζει. Είχε γίνει μάλιστα περίγελος στο χωριό, όταν αποκάλυψε τα οράματά του. Μια μέρα όμως ξαφνικά, έπεσε κεραυνός στο σπίτι του. Ο κόσμος έτρεχε με κουβάδες νερό, αλλά και γάλα, για να το γλιτώσουν, αλλά μάταια. Ο ιδιοκτήτης με τον φόβο του Αγίου, εγκατέλειψε το οικόπεδο και στη θέση του σπιτιού χτίστηκε ένα παρεκκλήσι. Πήρε την ονομασία του Αγ. Δημητρίου. Επειδή όμως ο κεντρικός Ιερός Ναός φέρει την ίδια ονομασία και δεν μπορούσε να γίνει λειτουργία στο παρεκκλήσι, μετά από πρωτοβουλία του π.Δημητρίου και του εκκλ. συμβουλίου στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έγινε εισήγηση στην Μητρόπολη για μετονομασία του σε Άγιος Φανούριος, απ’ τη στιγμή που υπήρχε φανέρωση Αγίου πριν την πυρκαγιά.Τη μέρα αυτή είναι και οι κεντρικές εκδηλώσεις του οικισμού και του συλλόγου, και είναι αφιερωμένες στο παλιό μας χωριό το Κρασοχώρι. (Σιαραπλάρ)

Ο Άγιος Δημήτριος, στις 26 Οκτωβρίου

Η εορτή του οικισμού μας. Όταν βοηθά ο καιρός έχουμε εκδηλώσεις προς τιμήν του αλλιώς απλά γίνεται μια μικρή δεξίωση.

Η Αγία Βαρβάρα, στις  5 Δεκεμβρίου

Την ημέρα αυτή, όλες οι νοικοκυρές, παρασκευάζουν τη γνωστή “Βαρβάρα”, ένα μείγμα από βρασμένο σιτάρι, ζάχαρη, σουσάμι, καρύδια, σταφίδες, καλαμπόκι κ.α.! Γέμιζαν το πρωί ποτήρια με “Βαρβάρα” και έβγαιναν να το μοιράσουν στη γειτονιά. Το μείγμα αυτό, ουσιαστικά είναι μια σπονδή για την καλή σοδειά που είχαν.

Ο Άγιος Μόδεστος , στις 16 Δεκεμβρίου

Ο Άη Μόντος, ήταν αυτός που προστάτευε τα ζωντανά. Το πρωί πρωί έφτιαχναν ένα είδος πίτας (μπογάτσα) , την πήγαιναν στην εκκλησιά, και έπειτα την έσπαζαν πάνω στα κεφάλια των ζώων τους. Έδιναν συμβολικά ένα κομμάτι στο πιο δυνατό ζώο της χρονιάς και την υπόλοιπη πίτα τη μοίραζαν στη γειτονιά!

Τα κάλαντα, την Παραμονή Χριστουγέννων

“”Χρίστος ντου βαγιούρ μπου άξιαμ , Βηθλεέμ κασαμπασίντα , ντουβαγιούρ βε ντίρι λιουρ , βε ονού ντουνιά ντουϊμου γιουρ…..κτλ.” Την παραμονή το βράδυ μικρές τσέτες, παρέες δηλαδή, γύριζαν το χωριό για τα κάλαντα. Αυτές οι παρέες αποτελούνταν από τους νεαρούς που θα έφευγαν την επόμενη χρονιά στο στρατό. Δεν σώθηκαν καλαντισμοί στην Οινόη. Υπάρχουν όμως καταγραφές από τους Γκαγκαβούζηδες πρόσφυγες του Καρα-αλί , κατοίκους Χρυσοχωράφων Σερρών και τα παραθέτουμε.

Το έθιμο της “καμήλας”, κατά το Δωδεκαήμερο.

Την ημέρα των Χριστουγέννων ή τη Δεύτερη μέρα, και αφου έχει προηγηθεί η εβδομάδα της “καμήλας” (ντεβέ αφτά) γύριζε η “καμήλα” μέσα στο χωριό. Με όργανα, χορό και κεράσματα, οι νέοι μάζευαν κρέας, λουκάνικα και γλυκά για να τα φάνε την επόμενη μέρα (ή την ίδια) στο γλέντι που θα γίνει στην πλατεία. Το τραγούδι που συνόδευε  την έλευση της “καμήλας” είναι το “Ντεβε ντε γκέλντι”. Ένα μεγάλο ομοίωμα καμήλας, κατασκευασμένο από ξύλινο σκελετό και σκεπασμένο με σακιά και άλλα υφάσματα, δυο παλληκάρια από κάτω να το στηρίζουν, ο “Ντεβετζής”- καμηλιέρης δηλαδή και η ορχήστρα, αποτελούσαν το θίασο που γυρνούσε στο χωριό, αναγγέλλωντας το νέο της Γέννησης, με σαφή συμβολισμό στις καμήλες των τριών μάγων με τα δώρα. Η καμήλα ως μέσο μεταφοράς, γίνεται το μέσο μεταφοράς του χαρμόσυνου γεγονότος.