Γκαγκαβούζηδες

Γκαγκαβούζηδες ή Γκαγκαούζοι

(η παράθεση είναι του κ. Χρήστου Κοζαρίδη†)

Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζοι προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της καταγωγής τους και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Λόγω αυτού του γεγονότος σήμερα κυριαρχεί η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου.
Είναι όμως έτσι τα γεγονότα;

Οι Γκαγκαβούζοι εντοπίζονται για πρώτη φορά στα παράλια του Δυτικού Ευξείνου Πόντου. Τα χωριά τους βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ του ακρωτηρίου Αιμόντου και της πόλης Κωνστάντζας της Ρουμανίας. Στην ενδοχώρα της Βουλγαρίας εντοπίζονται γκαγκαβούζικα χωριά μέχρι την πόλη Προβάντια και το Σούμεν της σημερινής Βουλγαρίας. Κύριες πόλεις των Γκαγκαβούζηδων ήταν η Βάρνα, η Καβάρνα, το Ντόμπριτς, το Μπάλτζικ, το Σούμεν και το Πρόβαντι. Συνολικά καταγράφονται ως γκαγκαβούζικα, περίπου 70 χωριά και πόλεις.

Μέσα από τα ιστορικά γεγονότα για την περιοχή δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή πως κάποιο τουρκικό φύλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.

Ο όρος Γκαγκαούζοι εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ρωσική ιστοριογραφία αρχές του 18ου αιώνα. Προσδιορίζονται όλοι οι τουρκόφωνοι χριστιανοί της Βόρειας Βουλγαρίας. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος δόθηκαν πολλές απαντήσεις από ιστορικούς των προαναφερόμενων χωρών. Όλες θεωρούν ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο και ο λόγος είναι προφανής. Η ιδέα του παντουρκισμού επιβάλει την παρουσία τουρκικών φύλων σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ασίας και της Ευρώπης. Παράλληλα η ύπαρξη Τούρκων χριστιανών εξυπηρετεί τα πολιτικά σχέδια των εκφραστών του παντουρκισμού, της σημερινής πολιτικής ηγεσίας της Τουρκίας.
Από την πλευρά των Ελλήνων ιστορικών διατυπώθηκε η άποψη ότι πρόκειται για Μικρασιάτες Καραμανλήδες, μετανάστες στη Βόρεια Βουλγαρία και την Ανατολική Θράκη. Η λαογραφική και εθνολογική έρευνα έδειξε πως σχέση των Γκαγκαβούζηδων με τους Καραμανλήδες περιορίζεται στη γλώσσα και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο γραφής και όχι στην έκφραση και το λόγο.

Αντίθετα η διατύπωση της θεωρίας περί αυτόχθονου θρακικού πληθυσμού δεν υποστηρίχτηκε τα προηγούμενα χρόνια και μόνο τελευταία αρχίζει να διατυπώνεται δειλά-δειλά από ιστορικούς της Βουλγαρίας και της Ελλάδας.
Οι περισσότεροι ιστορικοί αρνούνται να δεχτούν, ενώ το γνωρίζουν πολύ καλά πως στην περιοχή της Δοβρουτσάς κατοικούσε μέχρι το 3ο-4ο αιώνα μ.Χ. το θρακικό φύλο των Κατταούζων ή Κροβούζων.
Καταγράφηκαν από αρχαίους ιστορικούς όπως ο Ηρόδοτος, ο Πτολεμαίος ο γεωγράφος και υπάρχει πλήθος αναφορών σε ρωμαϊκά αρχεία, από τον Οβίδιο μέχρι τον Πλίνιο τον φυσιοδίφη. Το θρακικό φύλο των Κατταούζων έχει κάτι κοινό με τους Γκαγκαούζους ή Γκαγκαβούζηδες. Κατά τη γνώμη μου στο όνομα τους υπάρχει ένα κοινό το -Ουζοι που προσδιορίζει λαό ή φύλο. Το πρώτο μέρος του ονόματος Καττα ή Γκαγκα είναι λογικό να έχει αλλάξει στην πορεία του χρόνου. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως κατοικούν στην ίδια περιοχή για εκατοντάδες χρόνια ανεξαρτήτως των συχνών επιδρομών και μεταναστεύσεων φύλων και λαών στην περιοχή τους. Επιπλέον οι τρεις μεγάλες διοικητικές και πολιτικές αλλαγές, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία δεν αλλοίωσαν ουσιαστικά την παρουσία τους σε αυτά τα εδάφη. Παρέμεναν και προσαρμόζονταν στις νέες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Το γεγονός αυτό έχει να κάνει κύρια με την δομή της κοινωνίας τους που ήταν αγροτοκτηνοτροφική.
Αυτά τα στοιχεία ανατρέπουν την θεωρία περί τουρκικού φύλου που μετανάστευσε τον 10-11 μ.Χ. αιώνα και πως ανήκει στην οικογένεια των Ούζων όπως ισχυρίζονται σήμερα οι περισσότεροι ιστορικοί. Πιστεύω ότι η συγκέντρωση όλων των ιστορικών στοιχείων και η αντικειμενική σταχυολόγηση τους θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό της θεωρίας για την προέλευση των Γκαγκαβούζηδων.
Όλοι οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι αυτόχθονοι πληθυσμοί εύκολα εξελληνίζονταν ή εκλατινίζονταν ανάλογα με τον πολιτικό και στρατιωτικό κυρίαρχο της περιοχής. Ζούσαν γύρω από τις οχυρωμένες πόλεις των ελληνικών αποικιών. Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε το γεγονός θα πρέπει να πούμε, ότι για δύο λόγους υπήρξε αυτή η εγκατάσταση:
Α) Ως λαός γεωργικός και κτηνοτροφικός ήθελαν να βρίσκονται κοντά στις πόλεις για να γίνονται γρήγορα και άμεσα οι συναλλαγές τους και
Β) Οι οχυρωμένες πόλεις αποτελούσαν ένα ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους επιδρομών και συγκρούσεων με άλλα φύλα και λαούς. Ο ρόλος των οχυρωμένων πόλεων εκτός από τον στρατιωτικό ήταν και εκπολιτιστικός.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη, τα Βαλκάνια και ειδικά η Θράκη αποτελούσαν το «περιβόλι» της Πόλης. Η καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, οδήγησε στον εκχριστιανισμό όλων των λαών των Βαλκανίων. Ειδικότερα οι εξελληνισμένοι λαοί έγιναν ευκολότερα χριστιανοί, λόγω της διάδοσης της νέας θρησκείας μέσω της ελληνικής γλώσσας. Ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, συνέβαλε στον εκχριστιανισμό των λαών του Ευξείνου Πόντου. Ως πρώτος μητροπολίτης Βάρνας, αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην επιστολή του προς Ρωμαίους, ο Αμπλίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 31 Οκτωβρίου. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς των εκχριστιανισμό των Γκαγκαβούζηδων. Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την θεωρία που διατυπώνουν οι τουρανιστές πως εκχριστιανίσθηκαν σαν τουρκικό φύλο το 1000 μ.Χ.

Διάφοροι λαοί κυρίως μεταξύ του 8ου και 11ου αιώνα ακολουθώντας το δρόμο της μετανάστευσης περνούν τον Δούναβη και συγκρούονται με το βυζαντινό στρατό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούνται σε ήττα και ορισμένοι από αυτούς σε μόνιμη εγκατάσταση σε περιοχές που ορίζει το Βυζάντιο, αφού πρώτα βαπτίζονται χριστιανοί και αποδέχονται την εξουσία του βυζαντινού κράτους. Η εγκατάστασή τους κατά τα έθιμα του Βυζαντίου γίνονταν στην ύπαιθρο σε στρατηγικά σημεία όπου υπηρετούν ταυτόχρονα ως στρατιώτες. Οι λαοί που εμφανίσθηκαν κατά σειρά και εγκαταστάθηκαν τελικά στα Βαλκάνια είναι Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Πετζενέγκοι, Ούζοι και Κουμάνοι. Σε όλους επιβλήθηκε ο χριστιανισμός και μέσω του ελληνικού πολιτισμού όχι μόνο εντάχθηκαν αλλά και αποτέλεσαν τα κυριότερα στηρίγματα του βυζαντινού κράτους.

Το Βυζάντιο και το Πατριαρχείο επέτρεπε τις επιγαμίες μεταξύ χριστιανών διαφορετικών φύλων με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος βυζαντινού υπηκόου ο οποίος είχε τα χαρακτηριστικά του ορθόδοξου χριστιανού, με ελληνική μόρφωση αλλά ως ανθρωπολογικός τύπος αποτελούσε ένα κράμα διαφορετικών φυλών. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα επόμενα χρόνια αυτός ο τύπος δεν αμφισβητήθηκε μέχρι την εμφάνιση των εθνικών ιδεολογιών και την δημιουργία των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια.
Στα Βαλκάνια η βυζαντινή αυτοκρατορία συγκρούονταν συνεχώς με τους Βούλγαρους αν και υπήρχαν περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Οι Βούλγαροι ήταν λαός ανυπότακτος, με ηγεμόνες που επιζητούσαν πάντοτε την εξουσία και την χειραφέτησή τους από το Βυζάντιο. Οι συχνοί πόλεμοι μεταξύ τους οδηγούσε σε ερημώσεις της υπαίθρου και σε αναγκαστική μετακίνηση των ντόπιων πληθυσμών που δεν συμμαχούσαν μαζί τους μέσα στις οχυρωμένες βυζαντινές πόλεις. Η δημιουργία του πρώτου και του δεύτερου βουλγαρικού κράτους άλλαζε συνεχώς τα σύνορα του Βυζαντίου, αλλά τα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου αποτελούσαν πάντοτε βυζαντινό έδαφος.
Μετά το τέλος των σταυροφοριών και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς στα όρια της σημερινής Βουλγαρίας ιδρύθηκαν τρία Πριγκιπάτα: Το πριγκιπάτο του Τυρνόβου και του Βιδινίου, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από πληθυσμούς βουλγαρικούς και το πριγκιπάτο της Καβάρνας, το οποίο αποτελούνταν από Έλληνες βυζαντινούς, Βλάχους, Κουμάνους και Σελτζούκους Τούρκους.

Πρώτος ηγεμόνας του πριγκιπάτου ήταν ο Μπαλίκ, ο οποίος ανέλαβε το 1268 περίπου. Αν και γίνονται αναφορές και στον Σαρί-Σαλτίκ, όπως και τον σουλτάνο Καϊκαούζ Β΄, είναι αστήρικτες αν και χρονολογικά συμπίπτει η παρουσία τους με την «εθνογένεση» των Γκαγκαβούζηδων. Ο σουλτάνος μετά την απελευθέρωση του από το φρούριο της Αίνου όπου ήταν φυλακισμένος από τον Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο μεταφέρθηκε στα μέρη της Κριμαίας, από τον Μογγόλο Χάνο Berge, όπου και πέθανε το 1263, κατά άλλους το 1375. Άλλες ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ο λαός και ο στρατός του Καϊκαούζ περίπου 10.000, μεταφέρθηκαν στην επαρχία της Δοβρουτσάς όπου και εγκαταστάθηκαν μεταξύ των Ούζων και των Κουμάνων. Οι ίδιες πηγές όμως αποκρύπτουν ότι περίπου ίδιος αριθμός ατόμων εγκατέλειψαν την περιοχή το 1310 και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία στο Καϊσερί. Όπως επίσης το γεγονός πως ανήκαν στην μουσουλμανική αίρεση των Μπεκτασήδων, αρχηγός των οποίων ήταν ο Σαρί-Σαλτίκ οπαδός του Μπεκτασισμού, μία θρησκεία με χριστιανικά και ισλαμικά στοιχεία. Ήταν γνωστός και ως Σαλτούκ-ντεντέ και όταν πέθανε το χωριό όπου τάφηκε ονομάσθηκε Μπαμπά-νταγκ. Έτσι κατά την γνώμη μας οι τουρκόφωνοι της Δοβρουτσάς διαχωρίζονταν σε δύο ζώνες: Οι μουσουλμάνοι της βόρειας ζώνης, όπου κατοικούσαν ανάμεικτοι πληθυσμοί Κουμάνων, Ούζων και Σελτζούκων και στην νότια ζώνη όπου κατοικούσαν τουρκόφωνοι χριστιανοί βυζαντινής καταγωγής. Οι μουσουλμάνοι της βόρειας ζώνης ενισχύθηκαν αργότερα στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας από νεοφερμένους μουσουλμανικούς-τουρκικής καταγωγής πληθυσμούς, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τους αυτόχθονους πληθυσμούς της Δοβρουτσάς, οι οποίοι ως χριστιανοί ήταν ραγιάδες.
Μετά τον Μπαλίκ αναλαμβάνει ως άρχοντας του πριγκιπάτου ο Ντομπροτίτσα, ο οποίος διαχωρίζει τη θέση του από τα δύο βουλγαρικά πριγκιπάτα και θέτει το πριγκιπάτο του φόρου υποτελής στο Βυζάντιο. Ζητά από το Πατριαρχείο να αναλάβει την επιστασία των χριστιανών του κράτους του. Το πριγκιπάτο αποτελούσε θρησκευτικά, Εξαρχία απευθείας υπαγόμενη στο Πατριαρχείο από το 1320 έως το 1650, όταν η μητρόπολη Βάρνας και η εξαρχία Καβάρνας ενώθηκε σε μία μητρόπολη, αυτή της Βάρνας.

Στα χρόνια του Ντομπροτίτσα το πριγκιπάτο γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του, κυριαρχούσε με το στόλο του στη Μαύρη Θάλασσα και ήταν σκληρός ανταγωνιστής των Γενουατών στο εμπόριο. Με τον στρατό του βοήθησε το βυζαντινό κράτος της Τραπεζούντας στην αντιμετώπιση των Γενουατών και των Οθωμανών. Είχε παντρευτεί την κόρη του Μέγα Δούκα Απόκαυκου και πήρε τον τίτλο του Δεσπότη. Μετά τον θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Ιβαγκός ο οποίος διατηρήθηκε ως Δεσπότης της Καβάρνας μέχρι την κατάληψη του πριγκιπάτου από τους Οθωμανούς το 1394. Ο Ιβαγκός είχε αρνηθεί στον σουλτάνο Βαγιατζίτ Α΄ Κεραυνό να συμμετέχει με στρατό στην εκστρατεία εναντίον των χριστιανών της Ουγγαρίας και της Μολδαβίας-Βλαχίας με αντάλλαγμα να διατηρήσει το κράτος του.
Με την κατάλυση του κράτους ένα μέρος του πληθυσμού του πριγκιπάτου πιθανόν να διασκορπίστηκε. Πιστεύουμε πως ένα τμήμα έφυγε και εγκαταστάθηκε στα χωριά της Ζίχνης Σερρών όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Ένα άλλο τμήμα του πληθυσμού οδηγήθηκε από τους Οθωμανούς στο Χάσκιοϊ της Αδριανούπολης. Η πρώτη εγκατάσταση Γκαγκαβούζικων πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή της Χάφσας μαρτυρείται από το 1512 έως 1560 επί βασιλείας του Σελίμ Α’ του Γιαβούζ και του Μωάμεθ του Μεγαλοπρεπή. Στο Χάσκιοι της Αδριανούπολης χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες γης και δούλευαν στα χωράφια του Σουλτάνου και στα φιλανθρωπικά ιδρύματα της χριστιανής συζύγου του Ουκρανής Ρωξελάνης.

Η πλειονότητα παρέμεινε και υπέφερε μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανούς της περιοχής. Επειδή ζούσαν ανάμεσα σε συμπαγείς πληθυσμούς Οθωμανών Τούρκων για να επιβιώσουν και για να μπορούν να συναλλάσσονται άλλαξαν την γλώσσα τους και τουρκοφώνισαν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η γλώσσα των Γκαγκαούζηδων είναι παρόμοια με των Οθωμανών της Βαλκανικής και όχι με αυτήν των Οσμανλήδων της Μικράς Ασίας.
Το Οθωμανικό κράτος όπως και όλα τα μουσουλμανικά κράτη στηρίζονταν στην αρχή πιστοί και άπιστοι. Μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς και την ανακήρυξη του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης ως θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη όλων των χριστιανών οι Γκαγκαούζοι εντάσσονται στο χριστιανικό Μιλλέτ.
Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1790 δεν έχουμε αναφορές για Γκαγκαούζους ή ακόμη και για γεγονότα στην περιοχή. Η επανάσταση των Κιρτζαλήδων, φανατικών μουσουλμάνων και του Πατζατζάνογλου, Πασά του Βιδινίου, φέρνει στο προσκήνιο τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Δοβρουτσάς. Αντιστέκονται στις επιδρομές των Κιρτζαλήδων των Κιρκάσιων και Βασιβουζούκων.

Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους οι Γκαγκαούζοι βοηθούσαν με όλα τα μέσα που διέθεταν τον ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στην συνείδησή τους όπως συνέβη και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων ότι το «Ξανθό γένος», δηλαδή οι Ρώσοι θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό. Το 1829 για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Οθωμανών μετανάστευσαν μαζικά μαζί με τον μητροπολίτη Βάρνας στη Βεσσαραβία. Υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν 100.000 περίπου Γκαγκαούζοι, ελληνόφωνοι και βουλγαρόφωνοι χριστιανοί. Η εγκατάστασή τους έγινε στην επαρχία του Κομράτ και του Ισμαηλίου. Ο γκαγκαούζικος πληθυσμός της Βεσσαραβίας από το 1810-20 αναπτύσσεται και λειτουργεί άλλοτε σε εχθρικό και άλλοτε σε φιλικό περιβάλλον. Κυρίως ως αγρότες συμμετέχουν σε όλα τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Μολδαβία και τη Βλαχία.

Συμμετέχουν στην επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη κάτω από την αρχηγία του Δημήτρη Βατικιώτη, ο οποίος είχε οργανώσει την βουλγαρική λεγεώνα. Διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πολιορκία και κατάληψη της Σιλίστριας στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1810-16.
Γκαγκαούζοι συμμετείχαν με τον Ιερό λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, δίχως να έχουμε καταφέρει να καταγράψουμε τα ονόματά τους. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης
Το 1864 συμμετέχουν ενεργά στην εξέγερση των αγροτών εναντίον των γαιοκτημόνων της Ρουμανίας. Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, 10.000 νεκρούς υπολογίζεται πως είχε και ανάμεσά τους πολλοί Γκαγκαούζοι. Αργότερα το 1907 και 1910 συμμετείχαν σε νέες εξεγέρσεις αγροτών.

Οι συνεχείς ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και τα αντίπαοινα των οθωμανικών αρχών σε βάρος των χρθιστιανικών πληθυσμών καταγράφονται μέσα από το Έπος ΑΙ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙ ΚΑΒΑΡΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙΣ ΧΩΡΙΟΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΙΡΚΑΣΙΩΝ ΣΦΑΓΑΙ. Γράφτηκε από τον Δημήτρη Κράχτογλου (πιθανόν Γκαγκαούζος στην καταγωγή) από όπου μαθαίνουμε για την ηρωική αντίσταση τους στην Καβάρνα με αρχηγό τον Αμηρά. Από την πολιορκία της Καβάρνας κατάφεραν να σωθούν οι περισσότεροι και να διαφύγουν στην Μολδαβία και στη Βλαχία. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες ο Αμηράς επέστρεψε στα γκαγκαούζικα εδάφη μαζί με το ρωσικό στρατό κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1876.
Στις δεκαετίες του 1840-50 αρχίζει η αναγέννηση του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Με προτροπή του μητροπολίτη Βάρνας Ιωσήφ και αργότερα του Ιωακείμ ιδρύονται τα πρώτα σχολεία των κοινοτήτων. Είναι τα περίφημα γραμματοδιδασκαλεία, όπου οι μικροί μαθητές διδάσκονται ανάγνωση, γραφή, τον Απόστολο και την Οχτάηχο. Σε 25 γκαγκαούζικα χωριά ιδρύονται σχολεία που επιχορηγούνται από τους γονείς των παιδιών και Φιλεκπαιδευτικές αδελφότητες. Το Πατριαρχείο εντόπισε το πρόβλημα με τους τουρκόφωνους χριστιανούς που δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν την εκπαίδευση στα ελληνικά και στέλνει Καραμανλήδες (τουρκόφωνοι χριστιανοί της Μ. Ασίας) δασκάλους και εκτυπώνει το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή στα καραμανλίδικα. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να προσεγγίσει τους τουρκόφωνους χριστιανούς και να τους μεταδώσει τα μηνύματα του χριστιανισμού και του ελληνικού πολιτισμού.

Παράλληλα έχει αρχίσει και η αναγέννηση του βουλγαρικού έθνους. Οι έντονοι ανταγωνισμοί και η διάθεση των Βουλγάρων να χειραφετηθούν απέναντι στο Πατριαρχείο και στους Έλληνες οδηγεί σε καθημερινές συγκρούσεις. Ο ανταγωνισμός προκαλεί συγκρούσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει μια χαώδης κατάσταση. Τα γκαγκαούζικα χωριά αποτελούν το πρώτο στόχο των Βουλγάρων. Ορισμένα λόγω της μακρόχρονης συγκατοίκησης τους με βουλγαρικούς πληθυσμούς, δηλώνονται Βούλγαροι και εντάσσονται στη βουλγαρική εκκλησία. Η πλειοψηφία των χωριών τάσσονται με τους Έλληνες. Ακολουθεί ένας σκληρός και ανελέητος διωγμός των Γκαγκαούζων από τα χωριά τους. Μετακινούνται συνέχεια για να γλιτώσουν τις πιέσεις και τους εκβιασμούς που τους επιβάλλουν οι Βούλγαροι.

Το 1870-78 με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο ακολουθούν το ρωσικό στρατό, στην μόνη δύναμη μετά τους Έλληνες που είχαν εμπιστοσύνη και με την κατάληψη της Αδριανούπολης εγκαθίστανται στην επαρχία Χάφσας, του Μπαμπά-εσκί και των Σαράντα Εκκλησιών. Υπολογίζεται ότι περίπου 6.000 Γκαγκαούζοι μετακινήθηκαν αυτή την περίοδο. Περίπου 1.000 εγκαταστάθηκαν σε χωριά της επαρχίας της Υάμπολ της Βουλγαρίας.

Έτσι δημιουργείται ένα τρίγωνο ανάμεσα στη Βάρνα, Υάμπολη και Χάφσα μέσα στο οποίο βρίσκονται ζουν και επιβιώνουν οι γκαγκαούζικοι πληθυσμοί. Όσοι παρέμειναν στα πάτρια εδάφη υποφέρουν μαζί με τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, αντιστέκονται στον εκβουλγαρισμό που προωθούν Ρώσοι και Βούλγαροι.
Στην Βάρνα, στην Καβάρνα, στο Μπάλτζικ, στο Γκιαούρ-σουγιουτσούκ, στο Κέστριτς και σε άλλα χωριά αναφέρονται γεγονότα και ανθελληνικές ενέργειες των Βουλγάρων με σκοπό να τους πάρουν τα σχολεία και τις εκκλησίες. Η παρουσία και η παραμονή τους όμως είναι προδιαγεγραμμένη. Ο στόχος των Βουλγάρων ήταν πως αν δεν εκβουλγαριστούν να εγκαταλείψουν τη πατρίδα τους στην οποία ζούσαν για εκατοντάδες χρόνια.

Με το μεγάλο ανθελληνικό διωγμό του 1906 και του 1914, εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Οι περισσότεροι μετακινούνται προς την Ανατολική Θράκη, ενώ άλλοι ακολουθώντας τους υπόλοιπους Ανατολικορουμελιώτες και Βαρνιώτες διασκορπίζονται σε όλη την Ελλάδα. Υπάρχουν αναφορές πως γκαγκαούζικοι πληθυσμοί υπάρχουν στην Θεσσαλία, στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια και στο Κιλκίς.
Ως τουρκόφωνοι χριστιανοί αντιμετωπίζονται αρχικά με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους χριστιανούς. Ιδρύουν δικά τους χωριά ή συνοικίες μέσα στις πόλεις, όπου ζουν σχεδόν απομονωμένοι.
Στην ανατολική Θράκη συμμετέχουν στην αντίσταση των Θρακιωτών στις τουρκικές και βουλγαρικές πιέσεις και βλέψεις. Στη Ανατολική Θράκη οργανώνεται από τον Στυλιανό Γονατά και τον Κονδύλη ένα μεγάλο δίκτυο πληροφοριοδοτών για να εντοπίζουν και να προβλέπουν τις μετακινήσεις και τις επιδιώξεις των βουλγαρικών και τουρκικών στρατευμάτων και διοικήσεων. Στο δίκτυο αυτό περίοπτη θέση και δράση έχουν οι Γκαγκαούζοι της Χάφσας. Στα απομνημονεύματα του ο Γονατάς μιλάει με θαυμασμό για τον ηρωισμό τους και για τους αντιστασιακούς πυρήνες που οργανώνουν μέσα στα χωριά τους.

Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος φέρνει τους Βούλγαρους στην Ανατολική Θράκη. Στην αρχή αντιμετωπίζονται ως απελευθερωτές από τους χριστιανούς κατοίκους. Γρήγορα καταλαβαίνουν τα σχέδια τους για τον εκβουλγαρισμό των Θρακιωτών χριστιανών. Όσοι αντιστέκονται μετακινούνται. Γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί μετακινούνται σε χωριά πέρα από το σημερινό χωριό Φυλάκιο και σε χωριά της Υάμπολης με στόχο να αναγκασθούν να δηλώσουν Εξαρχικοί και να ενταχθούν στο βουλγαρικό κράτος. Οι πιέσεις δεν αποδίδουν. Όταν εγκαταλείπουν την Θράκη οι Βούλγαροι, πολλοί Γκαγκαβούζοι φεύγουν μαζί τους για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Τούρκων.
Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα δεν άργησε να φανεί. Τον Ιούλιο του 1920 απελευθερώνεται. Οι γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες υποδέχονται με ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Το πρώτο σύνταγμα στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από Γκαγκαβούζους της Χάφσας όπως μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχει στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνει μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους.

Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους έγινε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η πλειοψηφία τους εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν πάλι στα χωριά τους. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους αυτή τη φορά ήταν μόνιμη.

Μέχρι και σήμερα υπάρχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μετέφεραν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών , των τραγουδιών και των παραδόσεων μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού αυτό οφείλεται στην μακρόχρονη συγκατοίκηση τους.

Σήμερα κατοικούν στην πλειοψηφία τους στον βόρειο Έβρο, στα χωριά της Ορεστιάδας και Διδυμοτείχου. Τα χωριά και οι τόποι εγκατάστασης τους είναι: Επαρχία Ορεστιάδας: Αμμόβουνο 59 οικογένειες, Άρζος 33 οικ., , Βάλτος 23 οικ.,., Δίλοφος 24 οικ., Θούριο 194 οικ., Καβύλη 2 οικ., Καναδάς 63 οικ., Κέραμος 16 οικ., Κλεισώ 94 οικ., Κριός 1 οικ., Κυπρίνος 6 οικ.,., Λεπτή 15 οικ., Οινόη 237 οικ., Ορμένιο 6 οικ., Πάλη 7 οικ., Πλάτη 7 οικ.,., Πύργος 85 οικ., Σαγήνη 244 οικ., Σάκκος 1 οικ., , Σπήλαιο 30 οικ., Φυλάκιο 34 οικ.
Στην επαρχία Διδυμοτείχου: Ασβεστάδες 3 οικ., Ευγενικό 22 οικ., Κωστή 12 οικ., Πουλιά 2 οικ., Σαύρα 12 οικ.
Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζων έχουμε και στα χωριά της Κομοτηνής, Άμφια και Ν. Καλίστη, στα Μάγγανα Ξάνθης, στα Χρυσοχώραφα και στη Νέα Ζίχνη Σερρών, Λαγκαδά, Ηρακλειό, Περιβολάκι και Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, όπως και διασκορπισμένες οικογένειες στο νομό Κιλκίς και σε χωριά της Θεσσαλίας.

Μέσα από ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα δεν μπορούν να ειπωθούν και να γραφούν όλες οι πτυχές των Γκαγκαούζων. Ως συμπέρασμα μπορεί με βεβαιότητα να ειπωθεί ότι οι Γκαγκαούζοι είναι θρακιώτικο φύλο της βόρειας Βουλγαρίας, το οποίο παρουσιάζει μία μόνο ιδιαιτερότητα απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες και Έλληνες. Είναι τουρκόφωνοι αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες. Είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, την προσδιορίζουν στο Βυζάντιο και τα βυζαντινά χρόνια.
Κανείς δεν μπορεί να τους το αντιστρέψει.

Κάθε λεπτομέρεια που ενδιαφέρει τους ιστορικούς, ερευνητές αλλά και εμάς τους απλούς ανθρώπους , υπάρχει αναλυτικά στο βιβλίο

Χρ. Κοζαρίδης, Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες, Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2009

επιστροφή στην κορυφή